reading in the ruins


What books are they searching for?

διαβάτες

Γράφω ένα κείμενο για τον Β.Ν., συνοδοιπόρο στα περάσματα της κριτικής θεωρίας. Πιστεύω να το ανεβάσω σύντομα.
Περπατώντας μαζί του στις γερασμένες πρωτεύουσες της Ευρώπης μ’ έκανε να παρατηρήσω μια ιδιόμορφη διαλεκτική του βλέμματος που διασχίζει τον χώρο. Την κοντά στο βλέμμα του πραγματικού διαβάτη ανάμεσα σ’ αυτό που ψάχνει βρει το βλέμμα και σ’ αυτό που το ίδιο το πέρασμα θέλει να δούμε. Ο τόπος είναι που ξεφεύγει πάντα της παρατήρησης και προβάλει αυτά που θέλει να δούμε. Το βλέμμα δεν είναι το κοινό σημείο των δύο άνισων βουλήσεων αλλά όργιο φαντασιακών προβολών. Οι δρόμοι, αντιστεκόμενοι στις καλλωπιστικές μας πρακτικές προβάλουν σε όποιον έχει στοιχειώσει η ύπαρξη, τον μακρύ κατάλογο όλων αυτών των φρικτών πραγμάτων που συμβαίνουν γύρω τους και τους συμπιέζουν σε απλά περάσματα.

thank you torrentspy



Μετά το demonoid είπαμε αντίο και στο torrentspy... αλλά συνεχίζουμε να μοιραζόμαστε ότι αγαπάμε όσα εμπόδια και να βάζουν για να αυξάνουν τα κέρδη και να έλεγχουν τη κυκλοφορίας των αγαθών ενός ελεύθερου κόσμου δημιουργίας. Θα ξεφεύγουμε πάντα στα στενά, και μετά απο λίγο θα μας ξαναβρίσκουν ενωμένους. Είναι σημαντικό ότι το Torrenspy δεν έδωσε ονόματα γιατί είδαμε ότι στο εικονικό μας παρόν μπορούμε να νοιώσουμε τη δύναμη εκείνου του παλιού ηρωισμου και της αυτοθυσίας... όχι των πειρατών, μα των πραγματικών ανθρώπων.

let all those who love me follow me

Ο Συ.Ριζ.Α. ήταν για χρόνια ένα νομικίστικο κόμμα και μας εκπλήσσει η τωρινή του εναντίωση σε δύο νόμους που μόλις πέρασαν απ’ το κοινοβούλιο. Εξάλλου η ψήφιση ενός νομοσχεδίου ήταν, τα τελευταία χρόνια, το όριο της αντιπολιτευτικής δράσης. Μετά τη ψήφιση από τη βουλή, η αξιωματική αντιπολίτευσή συνήθιζε να ψελλίζει αόριστα ότι θα καταργούσε το νόμο όταν ερχόταν η σειρά της και το καπακάπα μας καθησύχαζε ότι και αυτή η αδικία θα επαλειφθεί με την έλευση της δευτέρας επανάστασης. Όταν λοιπόν ο Σύριζα είπε πέρσι για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση «αυτός ο νόμος να γίνει κουρελόχαρτο» σόκαρε τον νομικίστικο καθωσπρεπισμό μας (κυρίως των ίδιων των μελών του). Τώρα το ίδιο κόμμα καταδιώκει το νομοσχέδιο στο δρόμο προς το εθνικό τυπογραφείο κινητοποιώντας πολιτιακά (δηλαδή κυριαρχικά) όργανα, όπως ο πρόεδρος και ο–που-τον-θυμήθηκαν-κυρίαρχος-λαός. Έτσι ο Συ.Ριζ.Α. γίνεται επιτέλους ένα ακτιβιστικό κόμμα (αν και αυτό του τον χαρακτηρισμό φοβάμαι ότι τον άκουσα πρώτη φορά από τον Άδωνη Γεωργιάδη). Ο νέος αρχηγός με το να προκαλεί στην ανατροπή δύο νόμων δοκιμάζει, με τον αέρα των δημοσκοπήσεων, όχι μόνο το εκλογικό σώμα αλλά και ολόκληρο το πολιτικό σύστημα (ακόμα και το ίδιο του το κόμμα) που φαίνεται να σπεύδει να τον καλοπιάσει τη στιγμή της αποσταθεροποίησης του. Ακούγοντας τον, δε μου ήρθε η εικόνα του Δόν Κιχώτη που ρίχνεται στους ανεμόμυλους αλλά η Μίλα Γιόβοβιτς στο ρόλο της Ιωάννας της Λωρραίνης να γυρίζει προς τη κάμερα και να φωνάζει «αφήστε όσους μ’ αγαπούν να με ακολουθήσουν… ακολουθήστε με». Το θέμα είναι ότι ακόμα κι αν το πλήθος ακολουθεί στη νίκη –η νίκη δεν έρχεται αν το πλήθος δεν πιστεί ν’ ακολουθήσει- η ιερά εξέταση έχει ήδη συσταθεί και οι φλόγες ήδη καίνε…

ΛΟΥΚΑΤΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ


...και πάλι! Μια βιβλιοπαρουσιαση πριν 2 χρόνια για το περιοδικό Στίγμα.
Ο György Lukács αποτέλεσε κορυφαίο στοχαστή της εποχής του και φαινόταν ότι της άνηκε ολοκληρωτικά. Όμως και σήμερα, σ’ έναν άλλο αιώνα, μετά την πτώση, φαίνεται ότι αποτελεί ακόμα την αφορμή για έρευνα. Παρακολουθώντας τις τελευταίες εκδόσεις κάποιος αναρωτιέται αν είμαστε όλοι Λουκατσιανοί, αφού τις τελευταίες εβδομάδες είχαμε τρεις εκδόσεις γύρω από το έργο του (από τις εκδόσεις Αλεξάντρεια μια συλλογή δοκιμίων με τίτλο: Γκέοργκ Λούκατς, ερμηνευτικές προσεγγίσεις, ένα αφιέρωμα από το περιοδικό πλανόδιον και μια μετάφραση ενός αποσπάσματος από το ιστορία και ταξική συνείδηση). Σ’ αυτές πρέπει να προσθέσουμε το μεγάλο αφιέρωμα της ουτοπίας πριν ένα χρόνο και διάφορα διάσπαρτα άρθρα όπως το «Althusser και Λούκατς» του Μ. Σκομβούλη στον Πολίτη Δεκεμβρίου. Όσο και αν όλα αυτά είναι συμπτωματικά, μας αποκαλύπτεται μια ολόκληρη παραγωγή έργου πάνω στον Lukács και μας δίνουν την ευκαιρία να δούμε γιατί αυτός ο Ούγγρος μαρξιστής του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα έχει σήμερα μια φήμη που δεν περιορίζεται στον επιστημονικό του κλάδο και τους πολιτικούς του συντρόφους. Πρέπει να δούμε τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στη σκέψη του, αλλά πρωτίστως ποιος είναι, γιατί αποτελεί μια αινιγματική μορφή, και ένα όνομα που δεν είναι πάντα σαφές, σε τι παραπέμπει.
Η βιογραφία του Lukács καθορίζεται από τη πορεία του κομμουνισμού. Πρόλαβε να γίνει κομισάριος στην κυβέρνηση του Μπέλα Κούν και να φυλακιστεί γι’ αυτό (1919), να κατηγορηθεί και να αναγκαστεί κάνοντας την αυτοκριτική του να απορρίψει το έργο του (1929), να εξοριστεί από την Αυστρία (1930) και τη Γερμανία (1933), να γίνει μέλος του ουγγρικού κοινοβουλίου και να αναγκαστεί από το κόμμα να παραιτηθεί (1949) και αργότερα να αποσυρθεί ξανά από την πολιτική (1951), να συμμετάσχει στη σύντομη κυβέρνηση Νάγκυ και να εξοριστεί στη Ρουμανία (1956).
Εκτός από την πολιτική, θεωρία και πρακτική, τον απασχόλησε η φιλοσοφία και η λογοτεχνία, καταφέρνοντας μια επαναστατική σύνδεση αυτών των πεδίων. Αλλά κυρίως ο Lukács, είτε μιλά για τον Kant είτε για τον Kafka είναι πάντα μαρξιστής. Ψάχνοντας μέσα από τις μαρξιστικές αντινομίες τον «δρόμο προς τον Marx» σε πολλά σημεία μας πείθει ότι ο ίδιος αποτελεί αυτό το δρόμο.
Αλλά η όποια πορεία του δεν μπόρεσε να τον γλιτώσει από τη σκληρή αλλά αναγκαία κριτική. Ο Theodor Adorno, στο άρθρο εξαναγκαστική συμφιλίωση που μας μετέφρασε ο Γ. Σαγκριώτης, μας λέει τη σκληρή αλήθεια: «ο μόνος λόγος για τον οποίο ο Λούκατς έτυχε καν της προσοχής πέραν του ανατολικού μπλοκ ήταν τα πρώιμα του κείμενα, τα οποία στο μεταξύ τα είχε ανακαλέσει και περιφρονούνταν απ’ το κόμμα του», «οικειοποιήθηκε ενάντια στον εαυτό του τις πλέον ευτελείς ενστάσεις της κομματικής ιεραρχίας… μοχθούσε να υποβιβάσει την προφανώς ανεξάντλητη δύναμη της σκέψης του στο απελπιστικό επίπεδο του σοβιετικού τρόπου του σκέπτεσθαι» (Πλανόδιον σ.454). Κάνοντας το ξεκαθάρισμα, ο Adorno (και δεν είναι ο μόνος) κρατάει μόνο κάποια από τα βιβλία που έγραψε πριν την κομματική του υποταγή μέχρι την ηλικία των 38. Είναι τα «η ψυχή και οι μορφές» (1910), το «θεωρία του μυθιστορήματος» (1920) και το «Ιστορία και ταξική συνείδηση» (1923).
Η ύστερη εμμονή του με την αισθητική έχει ερμηνευτεί και ως καταφύγιο από τις πολιτικές του συγκρούσεις, αν και, με την λογοτεχνική θεωρία κάνει πρώτα πολιτική. Μια πολιτική που πολλές φορές αναγκάζεται να γίνει κομματική, δηλαδή «μια προσπάθεια να παράσχει ήσυχη φιλοσοφική συνείδηση στη σοβιετική ετυμηγορία για τη μοντέρνα λογοτεχνία» (Πλανόδιον σ.459). Αλλά δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος της επιμονής του. Στα κείμενά του, υφέρπει η πεποίθηση ότι «η καλλιτεχνική συνείδηση αποτελεί μια εναλλακτική και διορθωτική εκδοχή απέναντι στα επιστημονικά συμπεράσματα ακόμη και του ίδιου του μαρξισμού, αλλά αυτή η ανύψωση της φαντασίας πάνω από το λόγο προκάλεσε συγκρούσεις με το κόμμα του μα και με τον εαυτό του» (Roy Pascal, György Lukács, Η έννοια της ολότητας. Περ. Ουτοπία τφχ.52 σ.92).
Αυτή τη λογοτεχνική διάσταση και τις εντάσεις της διερευνά το αφιέρωμα του περιοδικού πλανόδιον. Στο κείμενο «Franz Kafka ή Thomas Mann» οι δύο αστοί συγγραφείς ταυτίζονται στο ότι εκφράζουν αυτό το συναίσθημα άγχους του μοντερνισμού, αλλά ο Thomas Mann είναι αυτός που παραμένει δεμένος σ’ αυτόν τον κόσμο δίνοντας στις εντάσεις του ιστορικοκοινωνική διάσταση, στοιχείο που ξεφεύγει από τις αλληγορίες του Kafka. Στη λογοτεχνική θεωρία εστιάζει στη διάκριση μεταξύ δράματος και μυθιστορήματος, με εγελιανούς όρους. Βλέπει ότι το μυθιστόρημα αποτελεί μια ολότητα «εκτατική» και το δράμα μια ολότητα «εντατική». Στο σχήμα του για την αισθητική, έστω και με εσωτερικές εντάσεις, το κόμμα μπορεί να ελέγχει την καλλιτεχνική παραγωγή. Ένα δεύτερο στοιχείο που ενοχλεί στην αισθητική του είναι η βαθιά του απέχθεια σε κάθε καλλιτεχνική πρωτοπορία. Είναι πεπεισμένος (πέρα από την στράτευση του) ότι ο μοντερνισμός είναι παρακμιακός αλλά και επικίνδυνος.
Η φιλοσοφική διάσταση της σκέψης του μας αποκαλύπτεται με τη μετάφραση του η πραγμοποίηση και η συνείδηση του προλεταριάτου μέσα από το ίσως πιο σημαντικό του κείμενο. Αυτή η πολύ προσεκτική μετάφραση έχει ένα παράδοξο. Είναι ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση που υπάρχει ήδη στα ελληνικά, και ο μετάφρασης έχει δυστυχώς την παράδοξη απαίτηση να ξεχάσουμε την υπάρχουσα μετάφραση ολόκληρου του βιβλίου ως μη έγκυρη παρότι κυκλοφορεί εδώ και τριάντα χρόνια στην Ελλάδα και έχει πια τη δική της ιστορία, παρότι έχει αναθεωρηθεί και υπάρχει ακόμα στα βιβλιοπωλεία. Εμείς προτείνουμε για οικονομικούς λόγους τη παλιά μετάφραση (ίσως ακουστούμε σαν μπακάληδες αλλά είναι εκμετάλλευση να κυκλοφορούν τα δύο πέμπτα ενός βιβλίου που κάνει 16 Ευρώ για 22 Ευρώ).
Ο Κ. Καβουλάκος στο εισαγωγικό του κείμενο παρουσιάζει το πώς, για τον Lukács, η ανάλυση της μορφής της αξίας γίνεται η ανάλυση της εμπορευματικής μορφής αναδύοντας το ζήτημα της πραγμοποίησης σε κεντρικό. Με τα λόγια του Lukács: «η ουσία της εμπορευματικής μορφής έγκειται στην εγκαθίδρυση μιας τυπικής ισότητας μεταξύ ποιοτικά ανόμοιων πραγμάτων… η εμπορευματική μορφή γίνεται το πρότυπο της κοινωνικής παραγωγικής σχέσης» (σ.19). Συνοψίζει τις θεωρητικές αναφορές του Lukács στους Marx, Simmel και Webber. Και πίσω απ’ αυτούς η σκέψη του ισορροπεί στη γραμμή Kant- Hegel- Marx. Αλλά δεν δίνει στον πρώτο την αξία που του απέδωσε η κριτική θεωρία ή ο Heidegger την ίδια εποχή. Κινείται αντιθέτως ανάμεσα στον Hegel και τον Marx σε μια γραμμή Εγελομαρξισμού.
Σ’ αυτό το κείμενο αναδεικνύει το ζήτημα της αλλοτρίωσης που είναι εγελιανής προέλευσης. Στον Hegel είναι λογικοφιλοσοφικού τύπου, δηλαδή προκύπτει μέσα από την ανέλιξη του πνεύματος που πραγματώνει το «ταυτόσημο υποκειμένου αντικειμένου». Αλλά με το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση αυτή η διαδικασία αποκαλύπτεται ως «ιστορικο-κοινωνική με αποκορύφωμα το γεγονός ότι το προλεταριάτο πραγματώνει αυτή τη βαθμίδα μεταβαλλόμενο σε ταυτόσημο υποκείμενο- αντικείμενο της ιστορίας» (σ.27). Ο πολιτικός Lukács βρίσκει όχι μόνο το μαρξιστικό αλλά και το εγελιανό «ενεργητικό υποκείμενο της ιστορίας» στο προλεταριάτο.
Άλλη κεντρική έννοια στον Lukács είναι η «αντανάκλαση», που αφορά τη θέση του Marx ότι το κοινωνικό είναι ορίζει τη συνείδηση των ανθρώπων. Απ΄ αυτή την αντανάκλαση που «δεν πρέπει να εννοείται ως μηχανική φωτογραφική αναπαραγωγή» (Πλανόδιον σ.493), η ένταση της τον οδήγησε στην έννοια της ιδιαιτερότητας, (αλλά μόνο) ως κατηγορία της αισθητικής.
Αυτά είναι κάποια από τα αδιέξοδα μιας σκέψης για την οποία «το όλο έχει προτεραιότητα» και «απεριόριστη κυριαρχία πάνω στην αφηρημένη απομόνωση των μερών του». Μια σκέψη όμως, που επέμεινε να παλεύει με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, να καταπιέζεται, να συμβιβάζεται και να ελπίζει όταν όλοι είχαν εγκαταλείψει το όνειρο, αφήνοντας το λαό στον εφιάλτη.

Αλλαγές στη παιδεία με τη βοήθεια των σωμάτων ασφαλείας.


γραμμένο μαζί με τον Δ.Κ.
Εδώ και ένα χρόνο περίπου, με αιτία την επιθυμία της κυβέρνησης να αλλάξει το νόμο πλαίσιο που διέπει το καθεστώς λειτουργίας των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας, δόθηκε η αφορμή να ξεκινήσει μια μεγάλη συζήτηση για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. H κουβέντα αυτή, περιστρέφεται γύρω από κάποιες έννοιες παλιές και νέες, που τις έθεσαν εξ αρχής «αυτοί» που πρότειναν τη φιλελεύθερη αλλαγή. Έννοιες όπως «επιτροπή σοφών» και «αιώνιοι φοιτητές» έστησαν το παιχνίδι αφού δεν είναι καθόλου αθώες αλλά γεμάτες ιδεολογικό φορτίο. Η συναίνεση ξεκινά ήδη από την εκφορά τους. «Αυτοί» προσπάθησαν να κρατήσουν το «διάλογο» μέσα στα φρουρούμενα υπουργικά γραφεία, μακριά από τη κοινωνία. Αυτός ο διάλογος τελικά δεν έγινε αφού οι μόνοι που έμειναν ως το τέλος στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ήταν ο Σ.Ε.Β. και η εκκλησία. Ο διάλογος τότε βγήκε από τις αίθουσες των υπουργείων στην κοινωνία, στους δρόμους με τη μορφή σύγκρουσης αφού η πολυπόθητη συναίνεση, δεν μπορούσε να μείνει σ’ ένα πολιτικό επίπεδο συνεννόησης[1]. Η άποψη της παρούσας κυβέρνησης για τη συναίνεση είναι ένα από τα παράδοξα της εξουσίας: είναι μια αντίληψη συναίνεσης που ενώ δίνει το χρόνο, δε δίνει το λόγο, έτσι, ο χρόνος για συναίνεση είναι ο εκβιαστικός χρόνος (αυτή τη στιγμή η κοινή γνώμη πολιορκείται). «Αυτοί» πιστεύουν ότι ο λαός είναι ιδεολογικά ευάλωτος, κι ότι πια δεν έχει μνήμη. Αυτές τους οι αντιλήψεις πρέπει να διαψευστούν. Είναι ίσως η τελευταία ελπίδα μας, ότι στην παιδεία, αλλά και ιδιαίτερα στο πανεπιστήμιο, τον κατεξοχήν χώρο των «διαφωτιστικών» ιδεωδών, παρά τον αποπροσανατολισμό από παντού, δεν θα τα καταφέρει αφού δεν υπάρχει κάποια ουσιαστική «κοινωνική συναίνεση». Αυτό το ξέρουν καλά οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους (με μεγάλο πρωταγωνιστή τα μίντια) που αγωνίζονται ασταμάτητα να απαξιώσουν τη πανεπιστημιακή πραγματικότητα και να κάνουν την νεοφιλελεύθερη επέλαση να φανεί κάτι «φυσικό», ως μέρος μιας εισαγόμενης προόδου των πραγμάτων που μας έρχεται από τη δύση.
Αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι το κάθε σύστημα εκπαίδευσης, είναι αναφαίρετο κομμάτι κι ένας μικρόκοσμος της κοινωνίας, ένα οργανικό τμήμα της, είναι δηλαδή κοινωνικά προσδιορισμένο
[2] και η αιχμή ενός προσδιορισμού του κοινωνικού στη εγγενή του «κριτική σκέψη»[3]. Ο κοινωνικός αυτός προσδιορισμός του, σημαίνει ότι είναι προϊόν της συγκεκριμένης κοινωνίας και των αναγκών της, πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τα αιτήματα της (τα οποία μάλιστα πρέπει να θεματοποιεί) όπως αυτά διαμορφώνεται μέσα στο χρόνο και πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες που δημιουργούνται με πόρους που υπάρχουν τη δεδομένη στιγμή. Δηλαδή μέσα σε μια (συγκεκριμένη) οικονομική πολιτική μιας (συγκεκριμένης) χώρας το κοινωνικό λειτουργεί μ’ ένα συγκεκριμένο ταμείο και οι κυβερνώντες της επιλέγουν αν θα διαθέσουν τους πόρους σε βιβλία ή σε όπλα, και μάλιστα σε μια χώρα που έχει ενταχθεί σε μια νεοφιλελεύθερη οικονομική ένώση όπως η Ε.Ε. Ο κοινωνικός προσδιορισμός του συστήματος εκπαίδευσης δεν θα μπορούσε σήμερα να ορίζεται «σε τελική ανάλυση» (αλλά και στα περισσότερα επίπεδα άμεσα) από τίποτε άλλο πλην του υπάρχοντος και κυρίαρχου οικονομικού συστήματος μέσα στο οποίο επιβιώνει, το αστικό καπιταλιστικό. Το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής ξέρουμε όλοι ότι δίνει πάρα πολύ μεγάλη σημασία στην αγορά και στην ανταλλαξιμότητα των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένου πρώτα από όλα σε αυτό της εργασιακής δύναμης.
Από αυτό το πρώιμο σημείο αρχίζουμε να διακρίνουμε σημαντικές αντιφάσεις. Εθνικός χαρακτήρας με αγοραία χαρακτηριστικά, δυναμικός χαρακτήρας εκπαίδευσης με πόρους από ένα μηχανισμό που είναι εκτός αγοράς. Τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται περίπλοκα. Τα προβλήματα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παρουσιάστηκαν ξαφνικά; Τα προβλήματα που υπάρχουν είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους ή αλληλοσυνδέονται; Το ζήτημα τις γνώσης αφορά την αγορά; Μήπως θα έπρεπε να σταματήσουμε να συζητάμε σε φιλολογικό επίπεδο για τα ζητήματα της ανώτατης εκπαίδευσης και να επικεντρωθούμε στην ουσία που δεν είναι τίποτε άλλο αλλά το τι εξυπηρετεί αυτή σαν θεσμός ενταγμένος στο ευρύτερο οικονομικό-κοινωνικό περιβάλλον; Μήπως πρέπει να αναρωτηθούμε ότι αυτοί πρώτα που προκαλούν το διάλογο επιθυμούν τις αλλαγές και δεύτερον ότι αυτοί που αντιδρούν σε αυτές είναι προϊόντα του ίδιου του συστήματος και η επιχειρηματολογία τους δεσμεύεται από τις συνθήκες στις οποίες έχουν αναπαραχθεί; Γιατί πρέπει να στηρίζουμε το καθηγητικό κατεστημένο που το μόνο που θέλει είναι να μένει, μόνο αυτό, πέραν κάθε κριτικής και ουσιαστικής αξιολόγησης; Γιατί να συμβαδίζουμε με τους συντονιστές των αριστερών παρατάξεων που διαπραγματεύονται με τους αριστερούς καθηγητές τους τα πλούσια κονδύλια; Η παιδεία μοιάζει με (η τουλάχιστον θέλει να πιστεύει ότι είναι) το τελευταίο απόρθητο από τον καπιταλισμό κάστρο, μια νησίδα που οφείλει να προστατεύει τον εαυτό της, με όσες αντινομίες έχει αυτό. Στις κινητοποιήσεις στη Γερμανία, μετά το Μάη του ’68, οι φοιτητές ζητώντας κάτι πέραν των αιτημάτων για τα πανεπιστήμια, επισήμαιναν ότι «τα πανεπιστήμια σήμερα έχουν γίνει ο δίκαιος καθρέφτης μιας άδικης κοινωνίας». Τότε άλλαξε για λίγο ο καθρεύτης, αλλά μπροστά στη κατακερματισμένη «ταξικά» κοινωνία έδινε πάλι μια σπασμένη αντανάκλαση.
Από τα προγράμματα σπουδών και τις παραδόσεις, φαίνεται ότι τα πανεπιστήμια συνεχίζουν ν’ αναπτύσσουν έναν εσωτερικό διάλόγο που δικαιώνει σε μεγάλο βαθμό την «αριστερά» (παράδειγμα τα τμήματα ιστορίας όπου η «μαρξιστική» ιστοριογραφία είναι παντοδύναμη). Αλλά αυτός ο λόγος δεν φτάνει στη κοινωνία αφού το πανεπιστήμιο μένει κλεισμένο στον εαυτό του. Έτσι η πανεπιστημιακή αριστερά (δηλαδή ο συνασπισμός), έπαθε ότι και οι στωικοί, κατά τον Έγελο: αδιαφορώντας πλήρως για την πραγματικότητα στη προσπάθεια τους να αποδεσμευτούν απ’ αυτή, τελικά το μόνο που κατάφεραν ήταν να αποδεσμευτεί η πραγματικότητα απ’ αυτούς και τις ιδέες τους. Οι κοινωνία τους λέει τώρα ότι δεν τους έχει ανάγκη, δε θέλει, λέει, κριτική σκέψη και ιστορική συνείδηση, μόνο εξειδίκευση. Η πανεπιστημιακή κοινότητα, κλεισμένη στον εαυτό της είναι ήδη ιδιωτικοποιημένη, αυτό που ζητάμε είναι να ξαναγίνει δημόσία. «Η πάλη των τάξεων στη θεωρία» πρέπει να ξαναγίνει πράξη, το πανεπιστήμιο οφείλει (πιστό στις θέσεις του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ) να στρέφεται στη κοινωνία προσπαθώντας να την αλλάξει, όχι μόνο προσδιοριστικά, εκκινώντας δηλαδή από κάποιες αρχές (πολιτικές-επιστημονικές) αλλά και αναστοχαστικά, εκκινώντας δηλαδή από την πραγματικότητα και αλλάζοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του.
[4]
Στην επιχειρούμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση η πρώτη αντίδραση ήταν και η πιο αυθεντική έτσι την περασμένη άνοιξη είδαμε σχεδόν αυθόρμητα σαν αλλεργική αντίδραση να ξεσπά ένα αρκετά μεγάλο κίνημα αντίδρασης σε αυτά που η κυβέρνηση πρότεινε. Παράλληλα είδαμε πως η κυβέρνηση βλέπει το διάλογο από την αντίδραση των ομάδων καταστολής και ρουφιάνων που πληρώνει. Αξίζει να σημειωθεί ότι τότε έγινε μεγάλη κουβέντα για τα καινούργια μέτρα ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντα τις αγοράς αλλά καμία κουβέντα για το ρόλο του κράτους σαν μηχανισμό επιβολής και αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας. Δεδομένο, όλοι είχαν ότι το κράτος πάντα θα λειτουργεί ως κάποιο είδος εγγυητή λες και αυτός ο θεσμός δεν εξελίσσεται δεν μεταλλάσσεται ή λες και το ισχύων θεσμικό πλαίσιο γιατί ήταν φτιαγμένο από το χέρι του παντοδύναμου και γεμάτου αγάπη χριστιανικού θεού (ΜΑΤ, ΜΕΑ, ΥΜΕΤ, ΟΠΚΕ), δεν εξυπηρετούσε κανενός άλλου συμφέρον.
Η συνέχεια του φοιτητικού, κατά κύριο λόγο, κινήματος εναντίον των, κατά των «πολιτικών» κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων ήρθε να κορυφωθεί με «πολιτικό» τρόπο πάλι λίγο μετά την εξεταστική του Σεπτεμβρίου, γιατί καλή η επανάσταση αλλά πρέπει να δώσουμε και τα μαθήματά μας, και λίγο πριν τις δημοτικές εκλογές γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στις γενικές συνελεύσεις των φοιτητών ψηφίζεται πλαίσιο «δράσης». Όλοι όσοι είμαστε μέσα στο χώρο του πανεπιστημίου είδαμε τους όρους και τις προϋποθέσεις δράσεις. Το κυριότερο όμως είναι το γεγονός ότι ως δια μαγείας οι κινητοποιήσεις σταμάτησαν μόλις δεν υπήρχε κανένα εκλογικό ενδιαφέρον με το πρόσχημα ότι η κυβέρνηση θα επαναφέρει το ζήτημα της μεταρρύθμισης το Φεβρουάριο. Ρητορική Ερώτηση. Υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη λογική ή σκέψη και τη μνήμη του χρυσόψαρου;
Πολιτική κουβέντα μεγάλη κοινωνική ουσία καμία. Η προσπάθεια του κράτους, που θέτει το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι μία. Η μετατροπή της ενσυνείδητης συμμετοχής στη γνώση και κατά επέκταση στην κοινωνία σε ασυνείδητη υπαγωγή στην αγορά εργασίας μέσω τις παροχής των κατάλληλων «ε εεργαλείων» που η ίδια αγορά έχει ζητήσει. Η συνειδησιακή συμμετοχή έχει να κάνει με τον τρόπο παραγωγής και κατά συνέπεια με τις σχέσεις παραγωγής που διαμορφώνονται.
Η όποια αντίδραση δεν έχει νόημα αν και εφόσον δεν τίθεται με ταξικούς όρους που σημαίνει ανατροπή και αντίδραση της κουβέντας ανατρέποντας και αντιδρώντας σ’ αυτούς που συμμετέχουν επίσημα σ’ αυτή. Κανένας δεν επιθυμεί την στασιμότητα και τον αναχρονισμό. Το πανεπιστήμιο είναι ένα ζωντανός οργανισμός που συνεχώς αναπτύσσεται και εξελίσσεται (ή τουλάχιστον έτσι πρέπει). Κανένας νοήμων δεν εννοεί την ανατροπή ως σταμάτημα των επερχόμενων εξελίξεων με περαιτέρω ενδυνάμωση των υπαρχόντων δομών. Αντίδραση σημαίνει ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να έχει επαφή με την κοινωνία και το τι συμβαίνει σε αυτή και η κοινωνία πρέπει να έχει επαφή με το πανεπιστήμιο και το συμβαίνει σε αυτό. Τα άτομα που αποτελούν την κοινωνία γίνονται μέλη του πανεπιστημίου και επανεντάσσονται σε αυτή αφού υπάρχει μια διευρυμένη αναπαραγωγή. Κανένας δεν είναι ξεχωριστός όταν επιλέγει να εισαχθεί στο οποιοδήποτε πανεπιστήμιο και πολύ περισσότερο κανένας δεν γίνεται ξεχωριστός όταν βγαίνει από αυτό.
Η πανεπιστημιακή μόρφωση αν είναι κομμάτι της κοινωνίας ως σύνολο αποκτά κοινωνικό χαρακτήρα, αν όμως έχει αστικό χαρακτήρα όπως σήμερα δεν θα σταματήσει ποτέ να αποτελεί την καλύτερη δικαιολογία για τους αστούς που θέλουν να μας πείσουν ότι ο θεσμός είναι αποτυχημένος και πρέπει αυτοί πλέον να βάλουν τάξη για γίνει το σύστημα «παραγωγικό» όπως λένε ή «κερδοφόρο». Το τι αντίληψη έχουν για το τι είναι παραγωγικό και τι είναι κερδοφόρο είναι προφανές. Το σύστημά τους είναι κερδοφόρο μόνο για αυτούς και μόνο όταν ισχύουν οι δικοί τους όροι, για να είναι παραγωγικό, με τους δικούς τους όρους, πρέπει να υποβιβάζει το έργο του στην «απλή» μορφή του εμπορεύματος.
Η άλλη μεγάλη αντινομία του καπιταλισμού είναι ότι ενώ ζητάει εργαλειακή άμεσα εφαρμόσιμη γνώση για την αναπαραγωγή του συστήματος, ο καπιταλισμός ξέρει καλά ότι όσο ενισχύεται η κριτική σκέψη, όσο ενδυναμώνονται οι δυνάμεις της δημιουργίας θα μπορεί κι αυτός να επεκτείνεται. Όμως πρέπει παράλληλα οι μάζες να εκλαμβάνουν το πραγματικό ως παγιωμένο, να μη βλέπουν την δυνατότητα της αλλαγής, της ανατροπής (η απόλυτα επιτυχής πράξη κρατικοποίησης των πόρων φυσικού αερίου από την κυβέρνηση Μοράλες στη Βολιβία απορρίφθηκε από το σύνολο του Ελληνικού τύπου –ακόμα και της αριστεράς- ως ανεπίτρεπτη ακρότητα).
Κάποιοι μάλιστα ισχυρίζονται ότι διανύουμε την περίοδο του ύστερου καπιταλισμού, δηλαδή το στάδιο στο οποίο η γνώση έχει γίνει εμπόρευμα, και η έκφραση «η γνώση είναι δύναμη» του Βάκωνα έχει γίνει μια επικίνδυνη πραγματικότητα. Έτσι, όλοι θέλουν τον έλεγχο στην παιδεία, γι’ αυτό παραπάνω τη χαρακτηρίσαμε κι εμείς «εργαλειακή».
Στη συζήτηση στη βουλή στις 25 Νοεμβρίου ακόμα δεν ήταν σαφείς οι θέσεις των κομμάτων. Οι προτάσεις πέφτουν βροχή αλλά ο διάλογος για τη θέση και το ρόλο του πανεπιστήμιου δεν γίνεται. Οι προτάσεις χωρίς κάποιο προσανατολισμό και προοπτική καταφέρνουν ν’ αποπροσανατολίσουν περισσότερο. Όταν διακυβεύονται τόσα πολλά, οι εξωτικές προτάσεις π.χ. του κυρίου Παπανδρέου για ψηφιοποίηση συγγραμμάτων, μόνο γραφικές μπορούν να χαρακτηριστούν. Η προτάσεις για δημοψήφισμα θα κατάφερναν να μεταθέσουν ένα διαστρεβλωμένο δίλημμα στο λαό, ώστε να του μεταθέσουν τις όποιες ευθύνες αφού το θέμα της παιδείας έχει μεγάλο πολιτικό κόστος. Ο πρωθυπουργός σε μια επίδειξη γενναιότητας επέλεξε να πει από το πανεπιστημιακό βήμα του L.S.E. ότι «δεν αποτελεί πρόταση ούτε πολιτική το να λές: καμιά αλλαγή απολύτως», για να συνεχίσει επικαλούμενος το common sense, ότι: «όλοι μας συμφωνούμε ότι όπως έχουν τα πράγματα δε βρίσκονται σε ικανοποιητικό επίπεδο», το δικό μας ερώτημα είναι: για ποιόν δεν είναι ικανοποιητικά τα πράγματα. Είναι φανερός ο φόβος στα δύο μεγάλα κόμματα να πάρουν θέση, τη κοινή θέση που ήδη προωθούν. Γι’ αυτό και ο νόμος πλαίσιο και η συζήτηση για το άρθρο 16 έχει αποσυρθεί επ’ αόριστο.
Όποια κι αν είναι τα προβλήματα του δημοσίου πανεπιστημίου, κι όποιες αντιρρήσεις κι αν έχουμε στο συνταγματισμό και στο νομικισμό, ιδιαίτερα της αριστεράς
[5], η θέση υπέρ της αναθεώρησης του άρθρου 16 είναι συνενοχή. Πρέπει να δοθεί αυτή η μάχη. Αν και, η παιδεία, και κυρίως τα πανεπιστήμια δεν χρειάζονται το γράμμα του νόμου. Αλλά ούτε κι ο νεοφιλελευθερισμός περιμένει το νόμο για να τα’ αλώσει. η εξαγορά και απορύθμιση της παιδείας εξελίσσεται κανονικά χωρίς καμία αντίδραση και ο καπιταλισμός θα βρει κι άλλες ανοιχτές μπουκαπόρτες στα πανεπιστήμια αν υπάρχει επαγρύπνηση σ’ όλα τα επίπεδα. Ήδη, τα δημόσια πανεπιστήμια υποβαθμίζονται συστηματικά, όλο και περισσότερα ιδιωτικά σπουδαστήρια ανοίγουν, η αγορά ελέγχει τα πανεπιστήμια, τα μεταπτυχιακά προγράμματα (που σχεδόν όλα έχουν δίδακτρα) έχουν δημιουργήσει δύο κατηγορίες φοιτητών. Κανονικά, το πάθημα, με το άνοιγμα των άλλων δύο βαθμίδων εκπαίδευσης στους ιδιώτες επενδυτές, και τα ολέθρια αποτελέσματα που επέφερε, θα έπρεπε να μας γίνει μάθημα.
Είναι γελοίο το πώς οι πολιτικοί στην Ελλάδα έχουν πάντα το όνειρο των ιδιωτικών επενδύσεων, αλλά οι επιχειρηματίες αρκούνταν να παίρνουν δωρεάν κομμάτια του δημόσιου τομέα από τους πολιτικούς τους φίλους, και για επενδύσεις… ούτε λόγος. Έτσι, δεν είναι σαφές τι επιχειρηματικό ενδιαφέρον υπάρχει για ιδιωτικά (ή για δημόσια μη-κρατικά) πανεπιστήμια και τι μορφή θα έχουν αυτά. Πάντως ότι ακούγεται είναι από επικίνδυνο έως γελοίο. Η εκκλησιαστικοί φορείς δεν κρύβουν αυτό τους το όνειρο αφού στη θεολογική σχολή ο φονταμεταλισμός τους αναγκάζεται να συνυπάρχει με διαφωτιστικές ενστάσεις. Φαίνεται μάλιστα η εκκλησία να θέλει να επεκταθεί και σ’ άλλα γνωστικά πεδία, ίσως με πρότυπο τα επτά ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Ισπανία. Και να τα λειτουργεί εννοείται… με δημόσιο χρήμα. Σίγουρα θα είχαμε και ιδιωτικά οικονομικά και τεχνικά τμήματα τα οποία δεν θα έμπαιναν στο κόπο της θεωρίας και της κριτικής παρά εργαλειακά, θα επέμεναν μόνο, είναι αυτονόητο, στην εκμάθηση των επαγγελματικών τεχνικών δημιουργώντας έτσι υπάλληλους με ημερομηνία λήξης. Κάποια θα παρέχουν εγγυήσεις στην αγορά εργασίας σαν μια αδερφότητα, μια λογική δηλαδή τελείως ξένη από το φιλελευθερισμό που επικαλούνται. Αλλά δε χρειάζεται να κάνουμε άλλες υποθέσεις για το πώς θα είναι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αρκεί να πάει κάποιος να ελέγξει το πώς ήδη λειτουργούν τα ιδιωτικά Ι.Ε.Κ..
Τα διλήμματα τους είναι πια παραπλανητικά. Ποιος πιστεύει πια στη κρατική τάξη; Ποιος πιστεύει στη νεοφιλελεύθερη αταξία; Όταν τελειώσουμε πια με τη κάθε πίστη… ας ανοίξουμε δρόμο στη γνώση.

[1] σε δημοσκόπηση στην Ελευθεροτυπία στις 18 Ιουνίου 2006 μόνο το 38% ήταν υπέρ των κρατικών πανεπιστημίων
[2] αυτό το προσδιορισμό που μας έδειξε ο Marx, ανέλυσε πάρα πολύ όμορφα για την παιδεία, και των στήριξε σε εμπειρικές έρευνες –που τόσο τις αγαπα το σύστημα-, με το έργο του, ο Πιέρ Μπουρντιέ.
[3] όπως αξίωνε η καντιανή παράδοση με τη σχολή της Φραγκφούρτης
[4] Το θέμα, τι είναι τελικά το πανεπιστήμιο δεν μπορούμε να το πραγματευτούμε σ’ ένα τόσο επιγραματικό κείμενο. Αξίζει όμως ν’ αναφέρουμε ότι σ’ ένα διάλογο άρθρων στο Γερμανικό τύπο πριν δύο αιώνες με το ερώτημα: «τι είναι διαφωτισμός» ο Μόσες Μέντελσόν υποστήριξε ότι διαφωτισμός σημαίνει απλώς καλλιέργεια (αυτή η αντίληψη να βλέπουμε τους εκπαιδευόμενους σα φυτά έχει μεγάλο παρελθόν). Ο Καντ όμως έδωσε μια πιο ακραία απάντηση: Να τολμάς να σκέφτεσαι μόνος σου, να μη σου λέει ο παπάς ή ο δάσκαλος τι και πώς να σκεφτείς. Αυτή η θέση της γνώσης ως προϊόν της ελευθερίας και όχι της φύσης πρέπει να είναι το αιτούμενο από το πανεπιστήμιο (κάτι βέβαια που και όσοι επικαλούνται το διαφωτισμό έχουν ξεχάσει). Το πανεπιστήμιο πρέπει να είναι ένας διαρκώς επαναστατημένος και ελεύθερος χώρος, ή όπως λέει ο Ντεριντά ένα απροϋπόθετο.
[5] Βλ. συνέντευξη Κ. Δουζίνα στο ίδιο τεύχος.

"Το μόνο αληθινό είναι τα αισθήματα κι σιλικόνη"



Λόγω ανωτέρας βίας...δύο απο τις ηθοποιούς που θριαμβέβουν καθημερινά...δεν μπορούν να είναι μαζί μας απόψε. Επομένως η παράσταση αναβάλλεται. Μπορείτε να πάρεται πίσω τα χρήματά σας, αλλα αν δεν έχετε τίποτα καλίτερο να κάνετε, μιας και ήρθατε στο θέατρο είναι κρίμα να φύγετε. Αν μείνετε, θα σας διηγηθώ την ιστορία της ζωής μου. Αν βαρεθείτε, μπορείτε να ροχαλίζεται. Θα καταλάβω και δε θα με πληγώσετε.
Με φωνάζουν Αγράδο (Agrado) γιατι θέλω να κάνω τις ζωές των άλλων ευχάριστες (Agradeser). Επίσης είμαι πολύ αυθεντική! Κοιτάξτε κορμί! Φτιαγμένο στην τρίχα. Αμυγδαλωτά μάτια, 80000, μύτη, 200000! Πεταμένα λεφτά. Τον επόμενο χρόνο έγινε έτσι απο χτύπημα. Μου δίνει χαρακτήρα αλλα δε θα την πείραζα αν το ήξερα.
Συνεχίζω. Δύο βυζιά, γιατι δεν είμαι τέρας 70000 το ένα, αλλά έβγαλαν τα λεφτά τους. Σιλικόνη...
-που;
-Χείλια, μέτωπο, ζυγωματικά, γοφούς και κώλο. 100000 το λίτρο, οπότε κάντε λογαριασμό.
Κόψιμο σαγονιού, 75000. Ρυζική αποτρίχωση γιατι κι εμείς απ’ τους πιθήκους καταγόμαστε. 60000 το ραντεβού. Χρειάστηκα τέσσερα. Αν χόρευα φλαμένκο, θα χρειάζονταν περισσότερα. Όπως έλεγα, κοστίζει να είσαι αυθεντική. Δεν μπορείς να τσιγκουνεύεσαι, γιατί είσαι πιό αυθεντική... όσο περισσότερο μοιάζεις σ’ αυτό που ονειρεύεσαι.
Pedro Almadôvar, «όλα για τη μητέρα μου»


Προφανώς απο την έξυπνη παραστασή της, με τα αστεία ευρύματα, καταλαβαίνουμε ότι η Αγράδο είναι αυθεντική. Ντίνεται όμως τη σιλικόνη, και αγοράζει την αυθεντικότητα της πλέον με το ζύγι. Έξηγεί όμως, οτι η αυθεντικότητα είναι η πραγμάτωση μιάς προσωπικής ουτοπίας, που στη περιπτωση της κόστισε περίπου 800000. Το χρήμα είναι το γενικό ισοδύναμο της κάθε παράστασης που ανεβάζουμε. Ενα γενικό ισοδύναμο, που διαίρει τα πάντα και αδιαφορεί για τα πάντα, χρέώνει με το βυζί, λες και θα ζητούσε ένα ή τρεία, πουλά τη συλικόνη με το κιλό, και αδιαφορεί που η πανακριβη μίτη έσπασε. Καπιταλιστικοί μηχανισμοί, που όπως το μωρό όταν βυζαίνει σε κάνουν αυθεντικό, δηλαδή σε οδηγουν στην ουτοπία, που είναι μια κάποια υπεραξία. Για την Αγράδο κερδος είναι η ευτυχία των άλλων (μια γυναικεία υποχρέωση, αφου στον άντρα επιβάλεται ο εγωισμός). Της αρκούσε που τα βύζιά έκαναν απόσβεση. δεν χαλαει το χαρίρι να δείξει το πέος της στους θεατρίνους που το θεωρουν αξιοπερίεργο, παρότι και αυτοι έχουν, όμως το πέος της Αγράδο δεν απειλεί.
Μάης του 2000

εκλογική φαντασία (ΕΦ)



στη Νικολέττα Ν.

τα έμαθες τα νέα πατέρα; we are going home!
η κορνίζα του πατέρα ήταν λίγο ψηλά και δυσκολεύτηκε να την κατεβάσει. τελικά τα κατέφερε αφήνοντας ένα κενό μαύρο τετράγωνο στο βρόμικο τοίχο. Τα ίδια και με τη κορνίζα του παππού... αλλά σ' αυτόν δεν είπε τίποτα. Μόνο στον πατέρα μίλαγε. Του μιλούσε ακόμα και μπροστά στους συνεργάτες του. Του μιλούσε συνέχεια σαν φάντασμα που τον είχε στοιχειώσει. ένοιωσε ν' ασφυκτιά σ' αυτό το μέρος. Σκεφτόταν συνέχεια την τελευταία του ομιλία. ήταν έτοιμος να φωνάξει "μα τι άλλο θέλετε ιθαγενείς;", και πραγματικά, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έκανε λάθος και συνέχισε αδιάφορα να αδειάζει το γραφείο του.
Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. και η φωνή στην άλλη γραμμή ακούστηκε βαριά και αδιάφορη όπως πάντα "έλα Γιώργο. τι γίνεται;". "Τι να γίνει Κώστα; Κλείνω το μαγαζί" με μία μικρή δόση συμπόνιας που πάντα είχε όταν του μίλαγε αφού τον ένιωθε σχεδόν σαν αδερφό. "Οκέι Τζορτζ. Μη ξεχάσεις τη σφραγίδα... και τα χαρτιά απ τα ντελίβερι". Χαμογέλασε και βυθίστηκε στη δερμάτινη καρέκλα του. Κοίταζε συνέχεια τη κλειστή οθόνη του Λάπτοπ.
"Τι λέει ο κόσμος για το χαρτί Κωστα;"
"Δε ξέρω Γιώργο. Και να σου πω... δε με νοιάζει. όπως το έκλεισε ο Τσοβόλας έτσι το κλείνουμε κι εμείς. Υπάρχει δικαστικό προηγούμενο. Δικά μας είναι ρε. Κληρονομιά μας. Τα κλείνουμε και τα δύο και φεύγουμε. Μέχρι και κοινή ανακοίνωση βγάλαμε και δεν μας έκαναν πρώτη είδηση."
"Ρε 'συ Κώστα. Να σου πω την αλήθεια... περίμενα κάποιος να ενδιαφερθεί και να με σταματήσει... Περίμενα να γελάνε λιγότερο με ότι κάνω."
"Αφού χάσαμε τις εκλογές εγώ περίμενα τα πάντα. Η Νατάσσα είχε τρομοκρατηθεί, Ταυτίστηκε με την Αντουανέτα."
"εγώ θα γυρίσω επιτέλους στην Αμερική. Οι δημοκρατικοί με θέλουν για αντιπρόεδρο. Αλλά εσύ Κώστα που θα πας;"
"Μου έγραψε ο Κουμπάρος μου απ' την Τουρκία. Ξέρεις ποσό πολύ τρώνε εκεί; Θ' ανοίξω το καλύτερο φαγάδικο στην Μεσόγειο! Μόνο πιτόγυρα! Αλλά πες μου πάλι ρε συ: πως χάσαμε τις εκλογές;"
Συνέχισε να του μιλάει για λίγα λεπτά. Το είχε ανάγκη. "Βίοι παράλληλοι" σκέφτηκε.
Όταν έκλεισε βγήκε στο μπαλκόνι να μαζέψει τη σημαία του κόμματος. Δεν τον πρόσεξε κανένας. ήταν όλοι αλλού. στις νέες πολιτικές δυνάμεις με νέα τραγούδια και νέα εμβλήματα... με νέους θεούς.
Έβαλε τα πάντα σ' 'ένα χάρτινο κουτί. Θα το μούσκευε η βροχή έξω αλλά δεν τον ένοιαζε, το ένιωθε κι αυτό σαν μέρος του τελετουργικού.
Κατέβασε τον γενικό. σκέφτηκε ψυγεία γεμάτα με παλιούς πολιτικούς του κόμματος να αποψύχονται στους πάνω ορόφους, τους σκέφτηκε με παγοκρυστάλλους στη μύτη να βγαίνουν στα κανάλια για να τον καταγγείλουν και χαμογέλασε πένθιμα. Απόρησε που μετα την ήττα σκεφτόταν μόνο αστείες καταστάσεις. Στ' αλήθεια τίποτα απ' αυτά δεν τον ένοιαζε πραγματικά. Κλείδωσε το κτήριο, έριξε πρόχειρα πάνω του το πανωφόρι του κι άρχισε να προχωρά αδιάφορος για τη βροχή που έπεφτε πάνω του καταρρακτωδώς μέχρι που χάθηκε μέσα στο πλήθος.
Ο καιρός θα έφτιαχνε από αύριο.